Ιστορική Αναδρομή

Η πόλη πιθανώς ταυτίζεται με την κλασική και ελληνιστική Ητεία ή Ήτιδα, ή Σηταία, πιθανολογούμενη πατρίδα του Μύσωνα, ενός από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας. Κατά την ελληνική μυθολογία, ο Ηρακλής συγκέντρωσε από αυτήν την πόλη (όπως και από ολόκληρη την Κρήτη) πολεμιστές κατά των Λαιστρυγόνων και, νικώντας τους στην κεντρική Ιταλία, ίδρυσε τη νέα Σητεία, λίγο πιο έξω από τη Ρώμη.

 

Κατά τον Μεσαίωνα, αποτελούσε σημαντικό εμπορικό λιμάνι του Βυζαντίου. Κατά την Ενετοκρατία ενσωματώθηκε στο ΒενετικόRegno di Candia, και είχε χαρακτηρισθεί "maximum statum et lumen ejiusdem insulae" (=μέγιστος σταθμός αλλά και φως του νησιού). Για να σταθεροποιήσουν την κυριαρχία τους, οι Βενετοί έκτισαν σε διάφορα σημεία στρατηγικής σημασίας της επαρχίας πολλά φρούρια που σώζονται και σήμερα (π.χ Καζάρμα). Η πόλη καταστράφηκε από σεισμό το 1508 και από επιδρομή πειρατών το 1538. Το 1651, οι Βενετοί κατέστρεψαν την πόλη για να μην την παραδώσουν στους Οθωμανούς. Η Σητεία ξαναχτίστηκε το 1870, με την ονομασία Αβνιέ, η οποία όμως δεν επικράτησε.

Ο ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Η ανοικοδόμηση του Ορθόδοξου ναού της Μεγαλομάρτυρος Νύμφης του Χριστού Αικατερίνης ήταν μεταξύ των πρώτων μεγάλων έργων τα οποία θεμελιώθηκαν στη νέα πρωτεύουσα της Επαρχίας, το Λιμένα Σητείας, όταν η περιοχή επελέγη από τον πρώην Γενικό Διοικητή Κρήτης Χουσεΐν Αβνή Πασά και τον Διοικητή του Λασιθίου (Μουτασαρίφ) Κωστή Αδοσίδη Πασά το 1870 αντί του Πισκοκεφάλου το οποίο κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν το διοικητικό κέντρο της Επαρχίας. Το ρυμοτομικό σχέδιο ήταν του Αβνή Πασά και η νέα πόλη προς τιμήν του ονομάστηκε  Αβνιέ ονομασία που μόνο οι Μουσουλμάνοι συνήθιζαν ενώ οι Χριστιανοί την έλεγαν το Λιμάνι της Σητείας η Σ(η)τεία. Είναι γνωστό ότι η ιστορική πόλη της Σητείας, κατά τη διάρκεια του βενετοτουρκικού πολέμου υπέφερε από τις επιδρομές των Τούρκων πειρατών και το 1648 εγκαταλείφθηκε από τούς κατοίκους της για να παραμείνει μόνο η φρουρά στην περιτειχισμένη πόλη η οποία αμύνθηκε υπεράνθρωπα μέχρι το 1651 οπότε αναγκάστηκε να υποχωρήσει καταστρέφοντας η ίδια τα τείχη και τα σπουδαιότερα κτίσματα για να μη χρησιμοποιηθούν από τον εχθρό, ο οποίος ολοκλήρωσε την καταστροφή. Το δράμα και το σπαραγμό των προσφύγων περιγράφει με συγκινητικούς στίχους ο Κρητικός ποιητής Μαρίνος Μπουνιαλής το 1681 (Bλ. «Ο Κρητικός Πόλεμος 1645-1669, Αθήνα 1979, 120 (25-28),121 (1-12). Μετά την εγκατάλειψη και την καταστροφή, η πόλη και η περιοχή της ερημώθηκε για δύο και πλέον αιώνες. Το 1845, ο Γαλλος γεωλόγος VRaulin, δε βρήκε στη θέση της παρά μερικούς «μαγατζέδες» δηλ. παραθαλάσσιες αποθήκες για αγροτικά προϊόντα με σκοπό κυρίως το δια θαλάσσης εμπόριο (Bλ. «Description physique de l’ilede Crete». Bordeau 1859-1869. Vol. 1, σελ. 168). Λιγο αργότερα, το 1865, ο Αγγλος πλοίαρχοςT.BSpratt, την περιγράφει ως σωρούς ερειπίων, χωρίς ποτέ να ξανακτιστεί η να κατοικηθεί από τους Τούρκους (Bλ. «Travels and researhes in Crete» London 1865. Vol. 1, σελ. 163 κ. ε.), χωρίς φυσικά να γνωρίζει ότι λίγα χρόνια αργότερα οι ίδιοι θα την επέλεγαν για να εγκαταστήσουν τη νέα πρωτεύουσα της Επαρχίας. Η Σητεία ως πόλη, στη θέση της σημερινής, συνοικίστηκε πιθανότατα στο τέλος της πρώτης Βυζαντινής περιόδου και έγινε έδρα Επισκοπής αφού αναφέρεται Επίσκοπος Σητείας το 731 μ.Χ. Μετά την Αραβική κατάκτηση της Κρήτης, φυσικά έπαψε να υφίσταται και επανιδρύθηκε μετά την ανακατάληψη της νήσου και στο Τακτικό του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, το 980 μ.Χ., αναφέρεται και πάλι Επίσκοπος Σητείας. Κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας, δεν διατηρήθηκε η επισκοπική έδρα την οποία είχε επί Βυζαντίου, όμως λόγω της μεγάλης ακμής της και της σημασίας της, αφού σε έγγραφο της Ενετικής Γερουσίας του 1232 αποκαλείται «Maximum statum et lumen ejusdem insulae» δηλ. «Μέγας σταθμός και φως της Νήσου», έγινε έδρα Λατίνου Επισκόπου. Η Εκκλησία της Σητείας έφερε τον τίτλο του Αγίου Μάρκου του Ευαγγελιστή και είχε ως πρώτο Επίσκοπο το Μάρκο, σημαντικότερο τον Gaspare Viviani, ο οποίος εχρημάτισε και τοποτηρητής (Γενικός Βικάριος) του Λατίνου αρχιεπισκόπου στην Κρήτη Pietro Lando και επί της επισκοπείας του, στις 20 Ιουνίου 1571, η Επισκοπή Σητείας συνενώθηκε με την Επισκοπή Ιεράπετρας. Τελευταίος Λατίνος Επίσκοπος αναφέρεται ο Πέτρος η κατ’ άλλους ο Γεώργιος Μινόττος το 1648. Η έδρατης Επισκοπής του Viviani ήταν η Επάνω Επισκοπή, με επισκοπικό ναό αυτόν ο οποίος σήμερα είναι αφιερωμένος στη Γέννηση της Θεοτόκου, τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Ιωάννη και φέρει εντοιχισμένη πλάκα με το θυρεό του. Φαίνεται όμως ότι επισκοπικός επίσης ναός ήταν και αυτός του Αγίου Ιωάννη, στην Κάτω Επισκοπή, έδρα και αυτή του Λατίνου επισκόπου, ο οποίος σήμερα μετονομάστηκε σε ναό των Αγίων Αποστόλων.Η χρήση των δύο εκκλησιών γινόταν ανάλογα με τις περιστάσεις. Το θέμα των χώρων της θρησκευτικής λατρείας των Λατίνων κατοίκων της πόλης της Σητείας, έχει πηγές τα σχετικά κείμενα της Ενετικής Γερουσίας και επιβεβαιώνεται από τα σχεδιάσματα (γκραβούρες) των Ενετών χαρτογράφων. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα από τον Ιταλό αρχαιολόγο G. Gerola στο μνημειώδες έργο του Monunenti Veneti nell Isola di Creta: «Στη μέση του παλιού Καστελλιού της Σητείας υπήρχε από τούς πρώτους χρόνους της βενετικής κυριαρχίας μια εκκλησία αφιερωμένη στον ένδοξο προστάτη της Δημοκρατίας (Άγιο Μαρκο). Μα από το 1566, που ο επίσκοπος Σητείας Gaspare Viviani ζήτησε από τον ρετούρη Φραγκίσκο Priuli να μεταφέρει στην πρωτεύουσα της επαρχίας την έδρα της Επισκοπής, η μικρή εκκλησία χρησιμοποιήθηκε ως καθεδρικός ναός των Λατίνων όλης της περιφέρειας, αν και δεν εγκαταλείφθηκαν και δεν καταστράφηκαν - όπως αναφέραμε - οι παλαιότεροι καθεδρικοί ναοί της υπαίθρου». Κι αυτός ο Άγιος Μάρκος βρισκόταν σε τέτοια άθλια κατάσταση στο τέλος της βενετικής κυριαρχίας, που ο Γενικός Προβλεπτής Aνδρέας Corner έγραφε στις 10 του Φλεβάρη του 1645·«Quella chisa cattedrale, che e di Vostra Serenita, ha dato inditio grande di venir a basso: et e stato necessario abbandonarla», δηλ. «Αυτός ο Καθεδρικός ναός που ανήκει στη Γαληνότητά σας, έδωσε σοβαρές ενδείξεις ότι θα πέσει. Ήταν αναγκαίο να εγκαταλειφθεί» (Bλ. «Bενετικά Μνημεία της Kρήτης (εκκλησίες), Mετάφραση Στ. Σπανάκη, Kρήτη 1993, σελ. 107 κ.ε.). Από τα σχέδια και τις κατόψεις που σώζονται από την εποχή εκείνη, εύκολα συμπεραίνουμε ότι κι η εκκλησία κάθε άλλο παρά ικανοποιούσε και τις μετριότερες ακόμη ανάγκες του καθεδρικού ναού. Όλα μάς κάνουν να παραδεχτούμε πως κι αυτή ήταν μια από τις συνηθισμένες φτωχές εκκλησούλες, όπως τις περιγράψαμε προ ολίγου, στερημένη από κάθε ομορφιά και από κάθε καλλιτεχνική αξία. Από τα ερείπια που υπάρχουν σήμερα, συνάγεται πως έχει πλάτος 5 μ. και ότι οι τοίχοι είχαν πλάτος 60 εκατοστόμετρα. Από δω προέρχεται μια επιγραφή που χάθηκε, ένα στέμμα χαμένο επίσης και ένα άλλο στέμμα χονδροειδέστατο, που ανήκει στον ΧV αιώνα». Από το κείμενο αυτό συνάγεται ότι ο Άγιος Μάρκος είχε εγκαταλειφθεί λίγα χρόνια πριν από την πτώση των Ενετών στους Τούρκους. Στην ίδια την πόλη, αλλά έξω από τα τείχη, σε μικρή απόσταση από την Καζάρμα, βρισκόταν η εκκλησία της Santa Maria σε περιοχή που και σήμερα είναι γνωστή με το ίδιο όνομα και η οποία ανήκε στο Τάγμα των Λατίνων Φραγκισκανών μοναχών. Πιθανότατα υπήρχαν και καταλύματα μοναχών αποτελούντων ένα μικρό κοινόβιο. Η ακριβής θέση θα πρέπει να αναζητηθεί εκεί που σήμερα βρίσκεται το παλαιό Κοιμητήριο της πόλης και όπου κατά καιρούς, κατά τη διάρκεια εκσκαφών, ήλθαν σε φως μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, κυρίως εκκλησιαστικά κιονόκρανα. Ο Gerola ισχυρίζεται ότι ο σημερινός ναός της Ανάληψης του Σωτήρος στο Κοιμητήριο, έγινε από τα ερείπια της παλιάς Λατινικής εκκλησίας η οποία δεν ήταν πλούσια καθώς οι πηγές της εποχής την αναφέρουν «Una chiesa di S.Mariadellordine di S. Francesco, la quale oper poverta o pir negligenza e molto mal tenuta» δηλ. «Μια εκκλησία της Παναγίας, του δόγματος των Φραγκισκανών, η οποία ή από φτώχεια ή από αμέλεια είναι πολύ κακοδιατηρημένη» (βλ. παραπ. σελ. 145). Πιθανότατα, κατά την τελευταία περίοδο της Ενετοκρατίας, τα κτήρια της παλαιάς μονής, εγκαταλελειμμένα από μοναχούς, χρησιμοποιήθηκαν ως χώρος λοιμοκαθαρτηρίου (Lazareto), σύμφωνα με το σχέδιο του Boschoni. Φαίνεται, ότι ο ναός αυτός διατηρήθηκε κάπως κατά την Τουρκοκρατία, στερεώθηκε πρόχειρα μετά την ίδρυση της νέας Σητείας για να ανακαινιστεί οριστικά το 1925 όταν ο χώρος διαμορφώθηκε στη σημερινή περιτειχισμένη του μορφή ως Κοιμητήριο της πόλης, με ισοπέδωση 1840 τ.μ. (βλ. N. I. Παπαδάκης «O Iεροσητείας Aμβρόσιος», Xανιά 1936, σελ.100). Στο ίδιο μοναχικό Ταγμα ανήκε και η εκκλησία της Santa Lucia η οποία θα πρέπει να αναζητηθεί στην περιοχή της Αγίας Φωτιάς και πιθανότατα να ταυτιστεί η θέση της με αυτή της νεώτερης εκκλησίας της Αγίας Φωτεινής η οποία διατήρησε εξελληνισμένο το όνομα στο ορθόδοξο δόγμα. Κατά το Gerola στην ευρύτερη περιοχή της πόλης υπήρχαν και άλλες δύο μικρές λατινικές εκκλησίες οι οποίες αναφέρονται στα κείμενα των Ενετών αλλά οι οποίες καταστράφηκαν ολοσχερώς κατά την τουρκική κατάκτηση (Bλ. Παραπ. σελ. 162). Μια τρίτη εκκλησία, μέσα στην πόλη της Σητείας, ανήκε σε άλλο μοναχικό λατινικό Ταγμα, του Αγίου Αυγουστίνου (Αυγουστινιανοί) και ετιμάτο στο όνομα της Santa Caterina, η οποία και αυτή καταστράφηκε, αρχικά από την επιδρομή του Μπαρμπαρόσσα και αργότερα από την τουρκική κατάκτηση (Bλ. Παραπ. σελ. 145). Σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχεδιάσματα και χαρτογραφήματα της Ενετικής πόλης της Σητείας τα οποία, παρά τη σχηματική τους απεικόνιση, αποτυπώνουν με εξαιρετική ακρίβεια τις θέσεις των δημόσιων οικοδομημάτων και των εκκλησιών ώστε σήμερα να μπορούμε με βεβαιότητα να εντοπίζουμε η να αναζητούμε τα κτήρια αυτά. Στο παλαιότερο από αυτά, του Angelo Oddi, του 1601, το οποίο έγινε γνωστό από την αντιγραφή του από τον Ενετό στρατιωτικό αρχιτέκτονα Francenco Basilicata, το 1612, που αναπαράγει ο τελευταίος και στις επόμενες εκδόσεις του (1614-15, 1618-19 και 1629-30), παρά την σχηματική απόδοση των οικοδομημάτων μπορεί να διακρίνει κανείς τις δύο εκκλησίες με τις αετωματικές στέγες και τη θέση του κωδωνοστασίου πάνω από την είσοδο, τη μία (Santa Caterina) πάνω από το παράλιο τείχος και την άλλη, μόλις διακρινόμενη, λίγο κάτω από το διοικητήριο, τη σημερινή Καζάρμα (Bλ. «Relatione di tutto il Regno di Candia». 1619, 1629). Στο ίδιο σχέδιο αναγράφεται το όνομα της Santa Maria πάνω από μοναστηριακής μορφής οικοδόμημα, στη θέση του σημερινού παλαιού Κοιμητηρίου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το έργο του Basilicata υπήρξε το πρωτότυπο για την παρουσίαση σχεδίων πόλεων και περιοχών της Κρήτης των Ενετών, με μικρές παραλλαγές, από μεταγενέστερους χαρτογράφους και συγγραφείς. Ορισμένοι όμως, πιστεύουμε ότι σχεδίασαν και με προσωπική παρατήρηση, όπως ο Ενετός μηχανικός Raffaele Monanni το 1631 ο οποίος είχε εργαστεί σε έργα του Βασιλείου της Κρήτης, ιδιαίτερα υπό το Γενικό Προβλεπτή Κρήτης, Francesco Moresini, του οποίου το σχέδιο της Σητείας παρουσιάζεται με μεγαλύτερη τοπογραφική πιστότητα (Bλ. «Relazione Tipografica del Regno di Candia» 1631). Οι δύο εκκλησίες διακρίνονται καθαρά, σε ανάλογες θέσεις με αυτές του Basilicata καθώς και το φρουριακό μοναστηριακό συγκρότημα της Santa Maria. Η θαυμάσια χαρακτική δουλειά του Marco Boschini του 1651 (Bλ. «Il Regno tutto di Candia» 1651 [φωτοτυπική ανατύπωση: Modena 1967]), δεν γνωρίζουμε εάν προήλθε και από προσωπικές επισκέψεις του καλλιτέχνη στη Σητεία αλλά οπωσδήποτε έλαβε υπόψη τα έργα των Basilicata και Monanni. Εδώ με μεγαλύτερη ακρίβεια και σαφήνεια δηλώνονται οι δύο λατινικές εκκλησίες στις ίδιες σχεδόν θέσεις. Αντίθετα ο τοπογραφικός χάρτης της Σητείας του Ολλανδού γιατρού και γεωγράφου O. Dapper στο βιβλίο του το 1688 (Bλ. «Aκριβής περιγραφή της νήσου Kρήτης» [μετάφραση M. Βερνάρδου]. Eν Aθήναις 1936. Φλαμανδικό πρωτότυπο 1688, Γαλλική έκδοση 1703), παρά την προσεκτικότερη σχεδίαση, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αντιγράφει το χαρακτικό του Boschini. Επίσης ο Μ.Ρ. Coronelli, στον Άτλαντά του το 1696 (Bλ. «Isolario del Atlante Venεto» Venetiis 1696) αντιγράφει πιστά το σχέδιο του Basilicata και παρουσιάζει με μικρές παραλλαγές το σχέδιο του Boschini. Aπό την παράθεση των σχεδίων της Σητείας των χαρτογράφων και περιηγητών της Κρήτης κατά τον τελευταίο αιώνα της Βενετοκρατίας, που πλούτισαν τις τοπογραφικές μας γνώσεις για την εποχή εκείνη, μπορούμε με βεβαιότητα να ταυτίσουμε τη θέση του νέου ναού της Αγίας Αικατερίνης με αυτή του ναού της Santa Caterina των Αυγουστινιανών, τη θέση της Santa Maria με αυτή του ναού της Αναλήψεως του Σωτήρος στο παλαιό Κοιμητήριο, και να αναζητήσουμε τα ερείπια του Αγίου Μάρκου στην περιοχή λίγο κάτω από την Καζάρμα. Αλλά αν από τα κείμενα και τη χαρτογραφία της πόλης της Σητείας προκύπτουν στοιχεία για τούς χώρους λατρείας των Ενετών κατοίκων, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για τις αντίστοιχες εκκλησίες των Ορθοδόξων στην πόλη ή την ευρύτερη περιοχή της. Η απουσία γραπτών αναφορών και τα σχέδια, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μέσα στην περιτειχισμένη πόλη δεν υπήρχε ναός Ορθοδόξων. Πιθανώτατα όμως υπήρχε ναός εκτός πόλης, καθώς και στην ύπαιθρο της Επαρχίας απαντώνται Ελληνικοί ναοί (Βοϊλα, Αζοκέραμο, Λιθίνες, Τοπλού, Ζήρο, Ετιά, Λάστρο, Αρμένους, Παπαγιαννάδες, Έξω και Μέσα Μουλιανά, Παρασπόρι, Σαντάλι, Σίτανο, Τουρλωτή, Φανερωμένη, Παντέλι, Χαμαίζι, Ζου, Ζάκρο, Κατελιώνα, Λουτράκι, Σφάκα). Είναι γεγονός, ότι την αρχική καταπιεστική στάση της θρησκευτικής πολιτικής της Βενετίας έναντι των Κρητικών Ορθοδόξων διαδέχθηκε μία ηπιότερη, ιδιαίτερα όταν ο τουρκικός κίνδυνος γίνεται απειλητικότερος. Προσέτι, στα τελευταία χρόνια της Ενετοκρατίας παρατηρείται μία έντονη αναβίωση του μοναχισμού με την ίδρυση νέων ή την ανασύσταση παλαιών ερειπωμένων και λησμονημένων μοναστηριών. Η ίδρυση εκκλησιαστικών μετοχίων γενικεύεται. Ένα από τα σημαντικότερα, της Μονής της Παναγίας Ακρωτηριανής (Τοπλού), ήταν αυτό του Αγίου Κωνσταντίνου, οπωσδήποτε στη θέση του σημερινού ναού στην περιοχή της πόλης Σητείας, το οποίο ίδρυσε ο ονομαστός Ηγούμενος της Μονής Γαβριήλ Παντόγαλος. Εκεί, οι Ορθόδοξοι Έλληνες της Σητείας, εκτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Από εκεί προέρχεται και έχει εντοιχιστεί στην πρόσοψη του παρεκκλησίου της Μονής, η πώρινη πλάκα με το ενδιαφέρον κτητορικό επίγραμμα·

Τις δόμον Ερημαίον εκάσσατο ιρόν Ολύμπου

Τις ποτ’ έδωκε τόσην κάλεσιν αγλαΐην

Παντόγαλος Γαβριήλ θεοείκελος αγλαομύτης

Άσπετος υψίνοος σεμνός ακερσοκόμης

Οίος Κωνσταντίνος ο Θείος τούνομα ετύχθη

Ενθάδ’ όπη θείη ευχόμεθα ευσεβίη

Ονπερ έτευξε Θεού Μαρίοις χάριν Ακροθεαίνης

Παύλαν των πατέρων έμμεν’ ες αίδιον

Χιλια εξ θ’ εκατόν Λυκαβάντων κύκλα παρήλθε

και δέκα χεννέα μην έβδομος εξ φαέων.

Δηλ. σε ελεύθερη μεταγλώττιση στα νέα ελληνικά·

«Ποιός εστόλισε το ερημικό ιερό δώμα του Ολύμπου,

Ποιός του έδωσε τόση αίγλη και τόσες ομορφιές,

 Ο Γαβριήλ Παντόγαλος ο ισόθεος, με τη λαμπρή τη σκέψη,

ο μεγάλος, ο υψηλόφρων, ο σεμνός, με την κόμη την ακούρευτη.

Στο κτίσμα δόθηκε το όνομα Κωνσταντίνος ο Άγιος,

εδώ όπου προσευχόμεθα με ευλάβεια θεϊκή

και που το κατασκεύασε για χάρη του θεού και της Μαρίαςτης Ακρωτηριανής,

ανάπαυσις παντοτινή για να ‘’ναι των πατέρων

Χιλιοι εξακόσιοι κύκλοι χρόνων έχουν περάσει

και δέκα και εννέα, μην έβδομος, ημέρα έκτη».

(H μετάγωτισση είναι του Στ. Aλεξίου «Παρατηρήσεις σε χριστιανικές επιγραφές Σητείας», Περιοδικό I. M. Iεραπύτνης καί Σητείας «Άγκυρα Eλπίδος» τεύχος 19, σελ.32).

Το τελευταίο δίστιχο δίνει τη χρονολογία, 6 Σεπτεμβρίου 1619.

Είναι πολύ πιθανό ότι τη σύνταξη του κειμένου αυτού καθώς και εκείνου της πλησίον εντοιχισμένης στο παρεκκλήσιο επιγραφής που αφορά την Παναγία την Ακρωτηριανή έκανε ο αδελφός του Γαβριήλ, Μελέτιος, ο οποίος είχε μεγάλη θρησκευτική και φιλολογική παιδεία και έφθασε στο υψηλό εκκλησιαστικό αξίωμα του Μητροπολίτη  Εφέσου. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την ύπαρξη άλλου ναού ορθοδόξων στην πόλη ή την περιοχή της πόλεως Σητείας κατά την Ενετοκρατία

Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ 2ΟΥ ΑΙΩΝΑ

 

 Ο μεγαλόπρεπος ναός της Αγίας δέσποζε της νέας πόλης ως σύμβολο του νέου ξεκινήματός της, όπως η Καζάρμα συμβόλιζε το ένδοξο παρελθόν της. Σε σειρά επιστολικών δελταρίων (Καρτποστάλ) του πρώτου τέταρτου του αιώνα που παρουσιάζουν πανοραμικές απόψεις της Σητείας, ο ναός διακρίνεται πάνω από το μιναρέ του Τζαμιού ο οποίος κατεδαφίστηκε σύμφωνα με πληροφορίες γύρω στα 1920-25. Από τα δελτάρια αυτά μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την πολεοδομική εξέλιξη της πόλης, μέχρι και το 1950, οπότε ξεκίνησε η πληθυσμιακή και οικοδομική έκρηξη.  Ένα σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο που αποτελεί την παλαιότερη απεικόνιση του ναού της Αγίας Αικατερίνης είναι η επιστολική κάρτα που παρουσιάζει τον ίδιο το ναό, φωτογραφημένο στις αρχες του αιώνα, από τον ονομαστό για την εποχή του Τουρκοκρητικό φωτογράφο του Ηρακλείου R. Behaeddin, λίγα χρόνια μετά τα εγκαίνια. Αναφορά στον πρώτο ναό κάνει και ο Γάλλος περιηγητής V. Berard, ο οποίος επισκέφθηκε τη Σητεία το 1897 και περιγράφει την πόλη «...Είναι η σύγχρονη πόλη της Σητείας, πόλη καινούργια με δρομάκια που σχηματίζουν μεταξύ τους ορθή γωνία, πόλη χριστιανική με τούς θόλους της ολοκαίνουργης μεγάλης βασιλικής της...» («Κρητικές Υποθέσεις» 1897, Αθήνα 1994, σελ. 243).  Ο πρώτος ναός δεν είχε κωδωνοστάσιο. Το πρώτο κωδωνοστάσιο στη νοτιοδυτική πλευρά κατασκευάστηκε το 1938 από το μηχανικό Χαράλαμπο Μαρκάκη με επιβλέποντα μηχανικό τον Ιωάννη Βαρκαράκη. Αυτά, αποτέλεσαν τα στοιχεία της λεγόμενης β' φάσης του ναού μαζί με τον Γυναικωνίτη που κατασκευάστηκε γύρω στα 1927 με σχέδια του μηχανικού Ιωαννίδη και με εργολάβο το Δημ. Βοΐλα. Ο μικρός πρόναος οικοδομήθηκε γύρω στο 1949-50 σε σχέδια του μηχανικού Χαρ. Μαρκάκη. Φωτογραφίες της εποχής του 1950 δείχνουν καθαρά τις εξωτερικές προσθήκες σε σχέση με τον πρώτο ναο που απεικονίζεται στη φωτογραφία του R. Behaeddin.

ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

 

 

Η Ενοριακή Επιτροπή της Αγίας Αικατερίνης είχε παραχωρήσει τμήμα του οικοπέδου της, στα βόρεια του ναού για την κατασκευή του πρώτου Δημοτικού Σχολείου της πόλης. Δεν έχουμε πλήρη στοιχεία για την ακριβή χρονολογία ιδρύσεώς του αλλά από σχετική αλληλογραφία των Πληρεξουσίων Σητείας με την Επισκοπεία και τη Δημογεροντία Λασιθίου θα πρέπει να θεωρείται πιθανό έτος ίδρυσης του Ελληνικού Σχολείου Σητείας το 1871 ενώ ήδη λειτουργούσε όμοιο σχολείο στο Πισκοκέφαλο. Σε φωτογραφίες της εποχής της δεκαετίας του 1910, εικονίζεται το κτίριο του Δημοτικού Σχολείου στη βορινή πλευρά του ναού. Το σχολικό αυτό κτίριο, οπωσδήποτε κατασκευασμένο με ιδιαίτερη βιασύνη για να καλυφθεί το επείγον πρόβλημα της στέγασης των μαθητών της νέας Σητείας, γρήγορα παρουσίασε κατάσταση απαράδεκτη και χαρακτηρίστηκε «παλαιά τρώγλη» από τον Επιθεωρητή Ν. Πιμπλή στο λόγο του τον οποίο εκφώνησε στα εγκαίνια του νέου «περιλάμπρου, αξιοθαυμάστου και επιβλητικωτάτου οικοδομήματος» του Δημοτικού Σητείας, στις 15 Οκτωβρίου 1933 το οποίο ανηγέρθη στη θέση του κατεδαφισθέντος παλαιού και το οποίο αποτελεί το σημερινό 1ο Δημοτικό Σχολείο της πόλης και έχει χαρακτηριστεί και Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο με την αρ. ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/2615/43580/7-9-95 απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού (ΦΕΚ 818Β/95). Από το λόγο του Ν. Πιμπλή θα πρέπει να παραθέσουμε το παρακάτω απόσπασμα που συνδέεται με την ύπαρξη του ναού της Αγίας Αικατερίνης στον ίδιο χώρο.  «Θα ήτο ευχής έργον, εάν αι σχούσαι την πρωτοβουλίαν της ανεγέρσεως του Διδακτηρίου τούτου Σχολική Επιτροπή και ιδία η Επιτροπή Ταμείου Εκπαιδευτικής Προνοίας, αποτελούμεναι εξ επιλέκτων μελών της Κοινωνίας είχαν την έμπνευσιν η μάλλον την οικονομικήν ευχέρειαν, να αναγείρωσιν τούτο επί σχολικού γηπέδου άλλου, εις θέσιν περίοπτον και πανταχόθεν ελευθέραν, δια να μη παρακωλύειται η θέα του, ως τώρα εδώ συμβαίνει, όπου ο προ της προσόψεως ανυψούμενος ναός αποκρύπτει κατά το πλείστον την θέαν του... ... το οποίον δια ν' αποθαυμάση τις, είναι ανάγκη να το επισκεφθή εκ του πλησίον, διότι, θεμελιωθέν όπισθεν του ναού και εις το βάθος του γηπέδου, είναι σχεδόν πανταχόθεν αποκεκρυμμένον και αθέατον. Αλλ' ήδη ο γέγονε γέγονε και το κακόν αυτό δεν δύναται να διορθωθή και αι θρηνωδίαι είναι περιτταί και άσκοποι» Περιοδικό «Μύσων» Τόμος Γ΄ (1934), σελ. 209).

ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ

Αλλά ο αύλειος χώρος του ναού της Αγίας Αικατερίνης δεν παραχωρήθηκε μόνο για την ανέγερση του σχολικού διδακτηρίου. Λίγα χρόνια αργότερα θεωρήθηκε σκόπιμο να παραχωρηθεί τμήμα του για την εγκατάσταση του μνημείου του Βιτσένζου Κορνάρου. Η Ερανική Επιτροπή με Πρόεδρο τον Εμμ. Καραβελάκη και μέλη τους Χ. Μανουσάκη, Μ. Γ. Κολυβάκη, Στεφ. Θ. Ξενικάκη και Εμμ. Σταυρακάκη, εξέδωσε τον Απρίλιο του 1929 μικρό βιβλιάριο, από 24 σελίδες, το οποίο περιελάμβανε μικρή περίληψη για το ποίημα και τον ποιητή του Ερωτόκριτου και το οποίο διετίθετο έναντι 25 δρχ. για την συλλογή του απαιτούμενου ποσού για την «ανέγερσιν αναμνηστικής καλλιμαρμάρου στήλης με αναγλύφους εικόνας εις τας πλευράς, ειλημμένας εκ του ποιήματος, εις το κεντρικώτερον μέρος της κωμοπόλεως». Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αφιέρωση του βιβλιαρίου αυτού στον Μελέτιο Μεταξάκη, όπως καταλήγει ο Πρόλογος «Αφιερούσα δε η επί των εράνων επιτροπή το βιβλιάριον τούτο εις την σύγχρονον πνευματικήν κορυφήν της ορθοδοξίας τον τέως Οικουμενικόν Πατριάρχην, νυν δε Πατριάρχην Αλεξανδρείας κ. Μελέτιον Μεταξάκην εκπληροί καθήκον αφ’ ενός μεν ιδιαιτέρας εκτιμήσεως προς τον υπέροχον Ιεράρχην, ταμείον πάσης σοφίας, αφ' ετέρου δε τοπικής υπερηφανείας διότι εκ του Νομού Λασηθίου ωρμήθη και ο σοφός ούτος Κρης εις την ένδοξον σταδιοδρομίαν του». Ως «το κεντρικώτερον μέρος της κωμοπόλεως» επελέγη ο κοινός αύλειος χώρος της εκκλησίας της Αγίας Αικατερίνης και του Δημοτικού Σχολείου εκεί όπου Θρησκεία και Παιδεία είχαν τούς ναούς των. Αλλά και πρακτικά ο χώρος ενδείκνυτο επειδή το μνημείο αυτό αποτέλεσε το «ηρώο» για τις Εθνικές Εορτές και πανηγύρεις. Τοποθετήθηκε τελικά εκεί το 1930 όπου παρέμεινε μέχρι τις αρχές του 1970, οπότε μεταφέρθηκε στον κήπο του μεγάρου των Δημοσίων υπηρεσιών όπου βρίσκεται και σήμερα.

Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

 

Γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1950, επί εφημερίας Αρχιμ. Εμμ. Μυλωνάκη, για επέκταση του Ιερού Βήματος προσετέθησαν εκατέρωθεν δύο βοηθητικοί χώροι και γύρω στα 1953-54 αντικαταστάθηκε το ετοιμόρροπο κωδωνοστάσιο με καινούργιο σε σχέδια του μηχανικού Γεωργίου Εμμ. Σπυριδάκη. Έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες επισκευής του τρούλου και του εσωτερικού θόλου για να συγκρατηθούν τα όμβρια ύδατα χωρίς τα αναμενόμενα αποτελέσματα έως ότου το 1989 εξασφαλίστηκε η στεγανότητα του ναού με την επικάλυψη των θόλων και του τρούλου εξωτερικά με φύλλα χαλκού. Η συνολική δαπάνη έφθασε τα 5,5 εκ. δραχμές. Η αυλή τσιμεντοστρώθηκε και ανοικοδομήθηκε δίπλα από το ναό κτίριο με αίθουσα δεξιώσεων, γραφείου και άλλων βοηθητικών χώρων. Τον Ιούνιο του 1993 άρχισαν έργα γενικής ανακαίνισης του ναού τα οποία χαρακτηρίζουν τη λεγόμενη τρίτη οικοδομική περίοδο. Καθαιρέθηκαν και ανακατασκευάστηκαν όλα τα επιχρίσματα εσωτερικά και εξωτερικά. Κατασή, για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών αλλά και για λόγους στατικής ευστάθειας, επειδή το κτήριο είχε υποστεί ρωγμές από σεισμούς και από την προσθήκη του παλαιού γυναικωνίτη. Στη βορειοδυτική πλευρά οικοδομήθηκε δεύτερο κωδωνοστάσιο, όμοιο του προϋπάρχοντος. Οι εργασίες αυτές διήρκεσαν από τις 11 Ιουνίου έως τις 25 Οκτωβρίου του ιδίου έτους. Τα σχέδια και η επίβλεψη έγιναν από το Σητειακό μηχανικό Μανώλη Μιαουδάκη. Η πρώτη πανηγυρική λειτουργία μετά την ανακαίνιση έγινε στις 26 Οκτωβρίου, εορτή του Αγίου Δημητρίου. Κατά τα έτη 1997-98 κατασκευάστηκε η μεγάλη αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, κάτω από την αυλή του ναού, σε σχέδια του μηχανικού Χαράλαμπου Λεβαντάκη. Με δαπάνη του ταμείου της Αγίας Αικατερίνης με χρήματα που συνέλεξε η Ενοριακή της Επιτροπή οικοδομήθηκε ο ναός του Αγίου Γεωργίου το 1947, με σχέδια του μηχανικού Χαράλαμπου Μαρκάκη, αρχικά ως παρεκκλήσιο του ναού της Αγίας, για να ονομαστεί ενοριακός ναός την 1η Νοεμβρίου 1974. Η Ενοριακή Επιτροπή επίσης ήταν υπεύθυνη για τον παλλασιθιώτικο έρανο και τα έργα του ναού του Ευαγγελισμού.