Η τρίτη Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται «Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης». Μετά από τη μεγάλη Δοξολογία στον όρθρο, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, οπότε στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα του Σταυρού, που κυριαρχεί στην υμνολογία αυτής της Κυριακής, παρουσιάζεται όχι μέσα στα πλαίσια του πόνου, αλλά της νίκης και της χαράς.

Βρισκόμαστε στη μέση της Μεγάλης Σαρακοστής. Από τη μια πλευρά η φυσική και πνευματική προσπάθεια, αν είναι συστηματική και συνεχής, αρχίζει να μας γίνεται αισθητή, το φόρτωμα να γίνεται πιο βαρύ, η κόπωση πιο φανερή. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια και ενθάρρυνση. Από την άλλη πλευρά, αφού αντέξουμε αυτή τη κόπωση και έχουμε αναρριχηθεί στο βουνό μέχρι αυτό το σημείο, αρχίζουμε να βλέπουμε το τέλος της πορείας μας και η ακτινοβολία του Πάσχα γίνεται πιο έντονη.

Ἀκάθιστος Ὕμνος – Γ’ Στάσις

 

Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις·
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ημ. Εορτής: 9 Μαρτίου

Οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους καὶ μαρτύρησαν στὴν λίμνη τῆς Σεβαστείας, τὸ ἔτος 320 μ.Χ., εἶναι οἱ : Ἀγγίας, Ἀγλάϊος, Ἀειθαλᾶς, Ἀέτιος, Ἀθανάσιος, Ἀκάκιος, Ἀλέξανδρος, Βιβιανός, Γάϊος, Γοργόνιος, Γοργόνιος, Δομετιανὸς ἢ Δομέτιος, Δόμνος, Ἐκδίκιος, Εὐνοϊκός, Εὐτύχιος, Ἠλιάδης ἢ Ἠλίας, Ἡράκλειος, Ἡσύχιος, Θεόδουλος, Θεόφιλος, Ἰωάννης ἢ Κάνδιδος, Κλαύδιος, Κύριλλος, Κυρίων, Λεόντιος, Λυσίμαχος, Μελίτων, Νικόλαος, Ξανθίας, Οὐαλέριος, Οὐάλης, Πρίσκος, Σακερδὼν ἢ Σακεδών, Σεβηριανός, Σισίνιος, Σμάραγδος, Φιλοκτήμων, Φλάβιος καὶ Χουδίων.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν στρατιῶτες ἐπὶ αὐτοκράτορα Λικινίου (308 – 323 μ.Χ.) καὶ ἡγεμόνος Ἀγρικολάου. Ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, συνελήφθησαν καὶ ὁμολόγησαν ὅτι ἦταν Χριστιανοί. Καὶ ἐπειδὴ δὲν πείσθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, τοὺς συνέτριψαν μὲ πέτρες τὰ σώματά τους καὶ σὲ καιρὸ χειμῶνος τοὺς καταδίκασαν νὰ στέκονται ὅλη τὴν νύχτα μέσα στὴν λίμνη ποὺ εἶχε παγώσει ἀπὸ τὸ κρύο καὶ εἶχε κρυσταλλώσει.

Ἐκεῖ, ὅταν ἕνας λιποψύχησε καὶ ἔτρεξε πρὸς τὸ κοντινότερο λουτρὸ γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, ὁ καπικλάριος ποὺ τοὺς φύλαγε, ὅταν εἶδε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ κατεβαίνουν οἱ στέφανοι γιὰ τοὺς τριάντα ἐννέα Μάρτυρες καὶ ἕνα στεφάνι νὰ περισσεύει, τὸ ὁποῖο ἀνῆκε σὲ ἐκεῖνον ποὺ λιποψύχησε, ἀφοῦ ἀπέβαλε τὴν στολή του, ἔτρεξε πρὸς τοὺς Ἁγίους καὶ πίστεψε στὸν Χριστό. Τὸ πρωί, ὅσους δὲν εἶχαν πεθάνει ἀκόμη, ἀφοῦ οἱ φύλακες τοὺς ὁδήγησαν στὴν ἀκτὴ καὶ τοὺς ἔσπασαν τὰ πόδια, τοὺς ἔκαψαν καὶ ἔριξαν τὰ ἱερὰ σκηνώματά τους στὴν λίμνη. Τὰ μαρτυρικὰ λείψανα εὑρέθησαν ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς σὲ κάποιο γκρεμό, ὅπου εἶχαν συναχθεῖ κατὰ θεία οἰκονομία καὶ ἐνταφιάσθηκαν μὲ εὐλάβεια.

Στὸν Εὐεργετινὸ ἀναφέρεται ὅτι ἐνῷ οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες βρίσκονταν στὸ στάδιο τῆς ἀθλήσεως ἔχοντας παραμείνει ὅλη τὴ νύχτα μέσα στὴν παγωμένη λίμνη καὶ καθὼς τοὺς ἔσερναν στὸν αἰγιαλὸ γιὰ νὰ τοὺς συντρίψουν τὰ σκέλη, ἡ μητέρα ἑνὸς Μάρτυρος παρέμενε ἐκεῖ πάσχουσα μὲ αὐτούς, βλέποντας τὸ παιδί της ποὺ ἦταν νεότερο στὴν ἡλικία ἀπὸ ὅλους, μήπως καὶ λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν ζωή, δειλιάσει καὶ βρεθεῖ ἀνάξιο τῆς τιμῆς καὶ τῆς τάξεως τῶν στρατιωτῶν τοῦ Χριστοῦ. Στεκόταν λοιπόν, ἐκεῖ καὶ ἅπλωνε τὰ χέρια της πρὸς τὸ παιδί της λέγοντας: «Παιδί μου γλυκύτατο, ὑπόμεινε γιὰ λίγο καὶ θὰ καταστεῖς τέκνο τοῦ Οὐράνιου Πατέρα. Μὴν φοβηθεῖς τὶς βασάνους. Ἰδού, παρίσταται ὡς βοηθός σου ὁ Χριστός. Τίποτε δὲν θὰ εἶναι ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα πικρό, τίποτα τὸ ἐπίπονο δὲν θὰ ἀπαντήσεις. Ὅλα ἐκεῖνα παρῆλθαν, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ νίκησες μὲ τὴ γενναιότητά σου. Χαρὰ μετὰ ἀπὸ αὐτά, ἄνεση, εὐφροσύνη. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ γεύεσαι, διότι θὰ εἶσαι κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ θὰ πρεσβεύεις εἰς Αὐτὸν καὶ γιὰ μένα ποὺ σὲ γέννησα».

Ο κόλπος του Πανόρμου της Σύμης έχει καταστεί προσκύνημα για όλους τους Έλληνες πιστούς -και όχι μόνο. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ο Πανορμίτης είναι πολιούχος στη Σύμη και προστάτης των ναυτικών και των σφουγγαράδων.

 

Οι Συμιακοί είναι περήφανοι γι’ αυτόν! Η Μονή γιορτάζει 8 Νοεμβρίου και τη μέρα της Πεντηκοστής. Μεγάλη κοσμοσυρροή, καταφθάνει με ταπεινότητα για να προσκυνήσει τον Πανορμίτη.

Η Μονή είναι χτισμένη πάνω στη θάλασσα
και περιβάλλεται από πολύ «πράσινο». Χρονολογείται από τον 15ο αιώνα. Η θαυματουργήεικόνα του Πανορμίτη έχει φιλοτεχνηθεί το 1724 μ.Χ. από τον Ιωάννη τον Πελοποννήσιο.

Το νησί είναι ευλογημένο, όπως και οι κάτοικοί του.Ποιο είναι όμως το μεγαλύτερο θαύμα που γίνεται από τον Πανορμίτη κάθε μέρα στη Σύμη; Από όποιο μέρος του κόσμου ρίξει κανείς στη θάλασσα ένα μπουκάλι, ένα κουτί, ένα ξύλινο καραβάκι, όλα φτάνουν με συνέπεια και ευλάβεια μπροστά στο μοναστήρι.

Η 6η Μαρτίου έχει καθιερωθεί από το Υπουργείο Παιδείας ως Πανελλήνια Ημέρα κατά της σχολικής βίας και του εκφοβισμού.

Ο όρος «εκφοβισμός και βία στο σχολείο» (school bullying) χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατάσταση, κατά την οποία ασκείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βία και επιθετική συμπεριφορά, με σκοπό την επιβολή, την καταδυνάστευση και την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου σε μαθητές από συμμαθητές τους, εντός και εκτός σχολείου.

Ημ. Εορτής: 7 Μαρτίου

Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος, κατὰ κόσμον Λάμπρος Κανέλλος, γεννήθηκε στὰ Μέγαρα ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Δημήτριο καὶ τὴν Κυριακή. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν γεωργὸς καὶ οἰκοδόμος. Νυμφεύθηκε τὴν Βασιλικὴ καὶ ἀπὸ τὸν γάμο του ἀπέκτησε δύο υἱούς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Δημήτριο. Κάποιος βράδυ, στὸ χωριὸ Μάντρον, ὁραματίσθηκε τὴν Θεοτόκο, ἡ ὁποία τοῦ ὑπέδειξε νὰ πάει στὴν Σαλαμίνα, ὅπου βρῆκε τὴν ἱερὰ εἰκόνα της καὶ νὰ ἀνακαινίσει τὸν ἐρειπωμένο ναὸ αὐτῆς. Ἔτσι, τὸ ἔτος 1862, ὁ Ὅσιος ἀνήγειρε νέα μονή, τὴν γνωστὴ ἕως σήμερα μονὴ τῆς Φανερωμένης. Ἐκεῖ ἀργότερα ὁ Ὅσιος ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Λαυρέντιος. Μοναχὴ ὅμως ἔγινε καὶ ἡ σύζυγός του, ἡ ὁποία μετονομάσθηκε σὲ Βασσιανή. Γιὰ τὰ πολλά του πνευματικὰ χαρίσματα καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.

Ο Θεσπέσιος Παύλος, το «σκεύος της εκλογής» του Χριστού, η δόξα της Εκκλησίας, ο Απόστολος των Εθνών, ήταν Ιουδαίος το γένος, Βενιαμινίτης κατά την φυλή, έχοντας πατρίδα του την Ταρσό. Τιμημένος με τον προνομιακό τίτλο του Ρωμαίου πολίτου, γνώστης της Ελληνικής γλώσσης, κατέχοντας με ακρίβεια τις σχετικές με το Νόμο γνώσεις, μαθήτευσε στον Γαμαλιήλ, που ήταν επίσημος διδάσκαλος στα Ιεροσόλυμα.

Θερμός ζηλωτής των πατρικών παραδόσεων και αμείλικτος διώκτης της Εκκλησίας του Χριστού, ο τότε Σαύλος γύρω στα 36 μ.Χ. πηγαίνει στη Δαμασκό, εφοδιασμένος με συστατικά από τον αρχιερέα γράμματα, για να οδηγήσει από εκεί δεσμίους στην Ιερουσαλήμ όσους θα εύρισκε να πιστεύουν στο Χριστό.

Καθώς πλησίαζε σε εκείνη την πόλη, τον περιέλουσε ξαφνικά κατά το μεσημέρι ουράνιο φως, πέφτει στη γη και ακούει φωνή να του λέγει «Σαούλ, Σαούλ τι με διώκεις; σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν»!

Αυτή η ουράνια φωνή και φωτοχυσία τον κατατρόμαξε και τον τύφλωσε προσωρινά. Μπάινοντας δε στη πόλη και αφού κατά θεία αποκάλυψη, βαπτίσθηκε από τον Απ. Ανανία ανοίγουν και πάλι τα μάτια του σώματος, αλλά και της ψυχής.

Πραγματοποίησε τρεις αποστολικές περιοδείες, ως και το ταξίδι του στην Ρώμη.

Εὐχὴ ἐξομολογητικὴ εἰς τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

Παρθένε Δέσποινα Θεοτόκε, ἡ τὸν Θεὸν Λόγον κατὰ σάρκα γεννήσασα, οἶδα μέν, οἶδα, ὅτι οὐκ ἔστιν εὐπρεπές, οὐδὲ ἄξιον ἐμὲ τὸν οὕτω πανάσωτον εἰκόνα καθαρὰν σοῦ τῆς ἁγνῆς, σοῦ τῆς ἀειπαρθένου, σοῦ τῆς σῶμα καὶ ψυχὴν ἐχούσης καθαρὰ καὶ ἀμόλυντα, ὀφθαλμοῖς μεμολυσμένοις ὁρᾶν καὶ χείλεσιν ἀκαθάρτοις καὶ βεβήλοις περιπτύσσεσθαι, ἢ παρακαλεῖν. Δίκαιον γάρ ἐστιν ἐμὲ τὸν οὕτω πανάσωτον ὑπὸ τῆς σῆς καθαρότητος μισεῖσθαι καὶ βδελύττεσθαι· πλήν, ἐπειδήπερ διὰ τοῦτο γέγονεν ὁ Θεός, ὃν ἐγέννησας, ἄνθρωπος, ὅπως καλέσῃ τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν, θαρρῶν κἀγὼ προσέρχομαί σοι μετὰ δακρύων δεόμενος.

 

Δέξαι μου τὴν παροῦσαν τῶν πολλῶν καὶ χαλεπῶν πταισμάτων ἐξομολόγησιν, καὶ προσάγαγε τῷ μονογενεῖ σου Υἱῷ καὶ Θεῷ, ἱκετηρίαν ποιοῦσα, ὅπως ἵλεως γένηται τῇ ἀθλίᾳ καὶ ταλαιπώρῳ μου ψυχῇ· διὰ γὰρ τὸ πλῆθος τῶν ἀνομιῶν μου κωλύομαι τοῦ πρὸς αὐτὸν ἀτενίσαι καὶ αἰτῆσαι συγχώρησιν. Διὰ τοῦτο σὲ προβάλλομαι πρέσβυν τε καὶ μεσῖτιν, διότι πολλῶν καὶ μεγάλων ἀπολαύσας δωρεῶν παρὰ τοῦ πλαστουργήσαντός με Θεοῦ, ἀμνήμων πάντων φανεὶς ὁ ἄθλιος καὶ ἀχάριστος, εἰκότως παρασυνεβλήθην τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθην αὐτοῖς· πτωχεύων ταῖς ἀρεταῖς, πλουτῶν τοῖς πάθεσιν, αἰσχύνης πεπληρωμένος, παρρησίας θείας ἐστερημένος, κατακρινόμενος ὑπὸ Θεοῦ, θρηνούμενος ὑπὸ Ἀγγέλων, γελώμενος ὑπὸ δαιμόνων, μισούμενος παρὰ ἀνθρώπων, ἐλεγχόμενος ὑπὸ τοῦ συνειδότος, ὑπὸ τῶν πονηρῶν μου πράξεων καταισχυνόμενος, καὶ πρὸ θανάτου νεκρὸς ὑπάρχων, καὶ πρὸ τῆς κρίσεως αὐτοκατάκριτος ὤν, καὶ πρὸ τῆς ἀτελευτήτου κολάσεως αὐτοτιμώρητος ὑπὸ τῆς ἀπογνώσεως τυγχάνων. Διὸ δὴ εἰς τὴν σὴν καὶ μόνην καταφεύγω θερμοτάτην ἀντίληψιν, Δέσποινα Θεοτόκε, ὁ τῶν μυρίων ὀφειλέτης ταλάντων ἐγώ, ὁ ἀσώτως δαπανήσας τὴν πατρικὴν οὐσίαν μετὰ πορνῶν, ὁ πορνεύσας ὑπὲρ τὴν πόρνην, ὁ παρανομήσας ὑπὲρ τὸν Μανασσῆν, ὁ ὑπὲρ τὸν πλούσιον ἄσπλαγχνος γεγονώς, ὁ λαιμαργιῶν δοῦλος, τὸ τῶν πονηρῶν λογισμῶν δοχεῖον, ὁ τῶν αἰσχρῶν καὶ ῥυπαρῶν λόγων θησαυροφύλαξ, ὁ πάσης ἀκαθαρσίας ἔμπλεως καὶ πάσης ἀγαθῆς ἐργασίας ἀλλότριος.

Ἐλέησόν μου τὴν ταπείνωσιν, οἰκτείρησόν μου τὴν ἀσθένειαν. Μεγάλην ἔχεις πρὸς τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα τὴν παρρησίαν, ὡς οὐδεὶς ἕτερος. Πάντα δύνασαι, ὡς Θεοῦ Μήτηρ. Πάντα ἰσχύεις, ὡς πάντων ὑπερέχουσα κτισμάτων. Οὐδέν σοι ἀδυνατεῖ, ἐὰν θελήσῃς μόνον. Μὴ τὰ δάκρυά μου παρίδῃς· μὴ βδελύξῃ μου τὸν στεναγμόν· μὴ ἀπώσῃ μου τὸν ἐγκάρδιον πόνον· μὴ καταισχύνῃς μου τὴν εἰς σὲ προσδοκίαν· ἀλλὰ ταῖς μητρικαῖς σου δεήσεσι τὴν τοῦ ἀγαθοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ σου ἀβίαστον βιασαμένη εὐσπλαγχνίαν, ἀξίωσόν με τὸν ταλαίπωρον καὶ ἀνάξιον δοῦλόν σου τὸ πρῶτον καὶ ἀρχαῖον ἐπαναλαβεῖν κάλλος τῆς ψυχῆς, τὴν τῶν παθῶν ἀμορφίαν ἀποβαλεῖν, ἐλευθερωθῆναι ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας, δουλωθῆναι τῇ δικαιοσύνῃ, ἐκδύσασθαι τὸν μιασμὸν τῆς σαρκικῆς ἡδονῆς, ἐνδύσασθαι τὸν ἁγιασμὸν τῆς ψυχικῆς καθαρότητος, νεκρωθῆναι τῷ κόσμῳ, ζῆσαι τῇ ἀρετῇ· ὁδοιποροῦντί μοι συνοδεύουσα, ἐν θαλάσσῃ πλέοντι συμπλέουσα, ἀεὶ πολεμοῦντάς με δαίμονας νικῶσα, ἀγρυπνοῦντά με ἐνισχύουσα, ὑπνοῦντα διαφυλάττουσα, θλιβόμενον παραμυθουμένη, ὀλιγοψυχοῦντα παρακαλοῦσα, ἀσθενοῦντα ῥωννύουσα, ἀδικούμενον ῥυομένη, συκοφαντούμενον ἀθωοῦσα, εἰς θάνατον κινδυνεύοντα συντόμως προφθάνουσα, φοβερόν με ὁρατοῖς ἐχθροῖς καὶ ἀοράτοις δεικνύουσα καθ᾿ ἑκάστην, ἵνα γνώσωσι πάντες οἱ ἀδίκως τυραννοῦντές με δαίμονες τίνος δοῦλος ὑπάρχω.

Ο θείος αυτός πατέρας, καταγόταν από την Ασία και ανετράφη από παιδί στην βασιλική αυλή της Κωνσταντινούπολης. Τελείωσε τις σπουδές του στη φιλοσοφία, ρητορική και φυσική. Στη λογική, κατά την αποφοιτήριο διάλεξή του ενώπιον του αυτοκράτορα και των αξιωματούχων, ο πρύτανης του πανεπιστημίου ανεφώνησε με θαυμασμό ότι αν ήταν παρών και ο ίδιος Aριστοτέλης θα τον επαινούσε.

Μετά τις σπουδές του όμως, απέρριψε τη προσφορά υψηλών αξιωμάτων του αυτοκράτορα, εγκατέλειψε τα βασίλεια και από είκοσι χρονών ασκήτευσε στο Άγιον Όρος. Πρώτα στην Λαύρα του Βατοπεδίου κατόπιν στη Λαύρα του Αθανασίου καθώς και στην ερημική τοποθεσία Γλωσσία, σημερινή Προβάτα. Αναχώρησε από το Όρος για τα Ιεροσόλυμα, αλλά στην Θεσσαλονίκη είδε σε όραμα τον Άγιο Δημήτριο που του απαίτησε να μείνει και να μονάσει εκεί κοντά. Μόνασε τότε στη Βέροια και τριάντα χρονών έγινε ιερέας. Εκεί πλήθη μοναχών και λαϊκών προσέτρεχαν να τον συμβουλευθούν. Μετά πέντε χρόνια και λόγω εισβολής των Σέρβων επέστρεψε στον Άθωνα σε κοντινό κελί της Μεγίστης Λαύρας, όπου έφθασε σε μεγάλα ύψη φωτισμού και εκεί σε όραμα έλαβε εντολή να ασχοληθεί με δογματικά θέματα. Κατόπιν λόγω της φήμης του αναγκάσθηκε να γίνει ηγούμενος για ένα χρόνο στη μονή Εσφιγμένου. Αργότερα έγινε και αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης για δώδεκα χρόνια, αλλά μόνο στα μισά παρέμεινε λόγω περιπετειών, από τη δράση του, μέχρι και φυλακής.

Παραστάθηκε στις συγκροτηθείσες συνόδους του 1341 και 1347 και πολέμησε τις κακοδοξίες των δυτικόφρονων Βαρλαάμ και Ακινδύνου.
Έγραψε πολλά θεολογικά συγγράμματα ιδιαίτερα δογματικά για να καταπολεμήσει τους αιρετικούς, όπως περί του Αγίου Πνεύματος, καθώς και επιστολές στους αντιησυχαστές, επίσης διάφορα ομολογιακά κείμενα. Είναι ο θεολόγος της χάριτος, του ακτίστου φωτός.

Ἀκάθιστος Ὕμνος – Β’ Στάσις

 

Ἤκουσαν oἱ ποιμένες,
τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν·
καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον·
Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον ἀστέρα,
θεωρήσαντες Μάγοι,
τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ·
καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,
δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,
καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,
ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες·
Ἀλληλούια.